10.

Με βρήκε, με πήρε
δε με κράτησε όσο μια μπόρα.
Μ΄ έφερε στο σπίτι.
Δικό του, δικό μας, όλα στην τηλεόραση.
Κι ο γάμος όσο κράτησε κι ήμασταν ζωντανοί.
Θυμάμαι παίζαμε συχνά το ίδιο κομμάτι στο έργο
με τίτλο στη κουζίνα.
Άβαφος, χλωμός
ήθελε να ξεσπάσει, εγώ μια στεναχώρια.
΄Απλωνε τα χέρια του και γω του έκανα νόημα.
Από δω μπαίνει ο θυμός κι απλώνεται στο μάγουλο.
Δεν κατάφερα να με χτυπήσει.
΄Ετσι και γω δε μαγείρευα.
Μ’ άφησε, ούτε γύρισε να με κοιτάξει.
Βγήκε για λίγο και γκρεμίστηκε απ΄τη ζωή, ίδιο νευρόσπαστο.
΄Αλλο δε με κρατούσε.
Πρέπει να είδε τη μεγάλη ρόδα
να τον κυνηγάει, να τρίζει την αλυσίδα της.
Να τον φτάνει κι όλα όσα κατάφερε δεν έγιναν το μυτερό καρφί.
Τώρα που όλα τελείωσαν
έχω από κείνον τη φτώχεια μου ν΄αναστηλώσω.