11.

Το γέλιο του αντήχησε στο τσίγκινο σκέπαστρο
Κομματιάστηκε πάνω στη γυναίκα του και το φίλο της.
΄Ηρθε η ώρα της τιμωρίας και το ήθελε πολύ να ακούγεται
μια μουσική υπόκρουση σαν εκείνη την ταινία με το υποβρύχιο
το τέλειο κύμα πάντα καλύπτει τη μεγάλη φρίκη.
Την πουτανιά, έβρισε λάθος ο απατημένος
και συνέχισε ανεμίζοντας το σιδερικό.
Η λάμψη σαν να ‘σβησε στη φόδρα της φούστας
κι ο άλλος ξεδιάντροπα άπλωσε το χέρι του
έκανε να φύγει, να διώξει από πάνω του την ερωμένη
τρελό μάτι πριν σφαλίσει κι ο φονιάς ξεχειλωμένος στον τοίχο.
Τώρα απομένει ο αδιάφορος μηχανισμός
ο ευσυνείδητος υπάλληλος της Σήμανσης να αναζητά τις εξοστρακισμένες.
Τα υπόλοιπα, η αγαπημένη, τσαλακωμένη μου εφημερίδα χωνεύει.