13.
Στο λάκκο τον καλό
σκουλήκι ρωτάει το σβώλο.
Ξέρεις το κόκκινο πώς μυρίζει;
Ο σβώλος αμίλητος.
Τον στεναχωρούσε το ποδοβολήτο,
τα σχόλια των τυφλών ασπόνδυλων.
Λαχταρούσε τη τρομώδη δύναμη μιας σταγόνας
να τον ξεβγάλει όπου κυλάει της ζωής το αδιάβατο.
Μίλα μου μουτζούρη
επέμενε το νευρικό σκουλίκι σέρνοντας πάνω του
ένα κόκκινο ξέφτι σαν παράσημο στο γλιστερό του μεγαλείο.
Πού βρήκε το φως
πώς τρύπωσε το μετείκασμα στα ανύπαρκτα όργανα
και του φανέρωσε μια άχρηστη γνώση;
Είδες που ξέρω ό,τι εσύ δε θα μάθεις
ασχημάτιστε, βρωμιάρη γερό κοκκιδιάρη.
‘Ελα πιο κοντά να πιάσεις το κόκκινο.
Λάμπει στα σκοτάδια μας.
‘Οσο γινόμαστε σοφότεροι, για λιγότερο είναι.