14.

Μια λέξη λοξή ανεβαίνει, κατεβαίνει
μόλις πέρασε πάνω από το γιακά του διπλανού μου
ανέγγιχτον τον άφησε, δεν έκανε
ό,τι σ’ εμένα που ανυπεράσπιστος
βρέθηκα να ψάχνω λέξεις
να στολίσω το γράμμα μου σε σένα
τον ακριβό μου έρωτα.
Και ξέχασα τα μεγάλα σου μάτια
τις χρυσαφιές ρώγες
της πλάτης σου το χείμαρρο.
Παραδομένος στα νύχια της νυχτόβιας λέξης
χαζεύω το ολόφωτο μουσείο
πάνω από τις ακτές μιας παιδικής ψυχής
και σε τούτη τη ραχούλα της γραφής
βλέπω την πραγματικότητα
να ξεμακραίνει χωρίς ελπίδα.
Η μοιραία λέξη μ’ έμπλεξε στη δική της πραμάτεια.