17.

Επέστρεψε φανερά μετανιωμένη
και στέκεται στο λιγοστό φως
που διαπερνά τα πυκνά κλαδιά.
Στις μύτες των ποδιών της
αντικρίζει τη σκηνή του θανάτου της. 
Θολό τοπίο με πεσμένα φύλλααναφορά στον αγαπημένο της
που έχασε εδώ και λίγες ώρες
από το θρίαμβο μιας παρεξήγησης.
Διακρίνει τον εαυτό της ν’ απολαμβάνει
ένα πρόχειρο γεύμα
στην απλωσιά του αποκεφαλισμένου πράσινου
καταπίνοντας όλο και πιο γρήγορα
δίχως να τινάζει τα ψίχουλα
που θρυμματίζονται πάνω της.
Θέλει να της το φωνάξει
όμως το αίσθημα της πνιγμονής 
είναι το ίδιο έντονη με την αίσθηση της πανωλεθρίας
νωρίτερα στο εξοχικό κέντρο Ρεματιά
κάτω από τις διπρόσωπες λεύκες
με το αγαπημένο πρόσωπο να σηκώνεται θυμωμένο
ρίχνοντας την αρχαία καρέκλα πίσω του.