24.
‘Εφτασε μέχρι το παράθυρο και σώθηκε.
Η θέα τού έστρωσε τα μαλλιά
τον καθυσήχασε με τον διάστικτο κυματισμό του ουρανού
φίλησε τα μάτια του με τ’ ανάγλυφα φώτα του δρόμου
και σφράγισε τα χείλη του με αλλόφρονη ευθυβολία.
΄Εχοντας κερδίσει το απλανές πεδίο του
γλίστρησε στο λαιμό του
έφτασε στους ώμους του
κι ας φάνταζαν απρόσιτοι.
Πάλευε να φτάσει λίγο πιο κάτω
βαθιά στην καρδιά
στο τυφλό του κέντρο.
Να κεντήσει επιτέλους το οπτικό νεύρο σαν σκάλα
από και προς την παραφορά.
Κρατάει τόσο λίγο το βλέμμα του στο γυμνό της κόρφο
κι είναι η σωτηρία του τόσο σύντομη
που αξίζει εκείνη να προσπαθεί το άπιαστο
κι από εκεί να σβύνει
κάτω από τα νυσταγμένα του βλέφαρα.