33.

Γονάτισε μπροστά στο θάμνο
απλώνοντας τα λιγοστά του σύνεργα.
Το εύφλεκτο υγρό αναδεύτηκε στο δοχείο.
Κατάπιε το σάλιο του
ψηλάφησε τον κόμπο της στεναχώριας του.
΄Ενας χάρτης απλωμένος στο ξερό χώμα.
'Ενα οικόπεδο καταπατημένο από μια αύρα ερημιάς.
Το φως μεσουρανούσε
τον βύθιζε στο αργόσυρτο εργόχειρo των κινήσεων του.
Μυρωδιά ξερόχορτου πλανεύει την τελευταία του σκέψη
νομοταγής με προσκέφαλο τ΄ αγκάθια
προλαβαίνοντας να εκστομίσει
το νόημα πριν την πρόταση
τον αποχαιρετισμό ως διάβημα
το θαύμα ως ανάκληση
ανάβοντας.