4.

Γερμένος είναι καλύτερα τούτη την ώρα που χαράζει
και βλέπει το δάσος να ξαναγίνεται.
‘Εχει να το δει έτσι από την ώρα που βγήκαν οι σκιές
και χόρεψαν, τον βαρέθηκαν.
Μα είναι αγαθός, δεν κρύβεται κι οι φωνές τον ψάχνουν.
Μαθαίνουνε πού βρίσκεται και τον χτυπάν στα μάτια.
Ξωτικά και τον πλανεύουν.
Και οι δικοί του, η μάνα του τα αδέρφια του τρελαίνονται.
Που τα ΄χε όλα. Και κείνα πέρα απ’ τον γκρεμό.
‘Οσο να γυρίσεις, να περπατήσεις, να χαθείς.
Αλλά γι αυτόν είναι τα δέντρα και δεν τα αφήνει από τα μάτια του.
΄Οσο έχει ακόμα μάτια. Ακούς;
Γιατί ακόμα βλέπει τις μύτες που σαλεύουν και το πρόθυμο αεράκι.
Κι έχουν ρίζες αυτά, που πάει να πει, μη βιάζεσαι να τον ξεγράψεις.
Σηκώνει το χέρι του, το φέρνει στα μαλλιά του.
Δεν ξεχνιέται ολότελα. Μην τον καταδικάζεις.