8.
Φωνές από το δρόμο πέφτουν στα πόδια της
όσο εκείνη αρνείται να ποτίσει τον κήπο.
Άγνωστοι μαζεμένοι έξω από τη χαμηλή μάντρα
η περιέργειά τους, αδίστακτος συγγενής.
Ακάλυπτη η αδυναμία της μπροστά στο καθήκον.
Θα τα αφήσει όλα να ξεραθούν;
Και να στρέψει το λάστιχο προς το μέρος τους
δεν θα σκορπίσουν αρκεί να κουνηθεί
να χαμογέλασει με ή δίχως νόημα
για την ανόητη καθυστέρηση που προκάλεσε.
Αλλά πάντα τέτοια ήταν.
Το δικό της να γίνεται, ο κόσμος να χάνεται.
Εμπρός, τι κάθεσαι; Πότισε!
Ακούγονται κιόλας οι πρώτες διαμαρτυρίες.
Δυό, τρεις πέτρες τη βρίσκουν στα πόδια.