9.

Το καλό μου πόδι δουλεύει και με βροχή.
Το άλλο, κομμένο στο γόνατο,
διπλωμένο στο καφετί μπατζάκι.
Κολλημένος στο δεκανίκι
κι όμως γυρεύω φασαρίες.
Κυνηγάω ένστολους
τους στριμώχνω στις γωνίες
και τους κλαδεύω αγόγγυστα.
Ο Τζιμάκος, το τετράποδο θηριοτροφείο
ακολουθεί, γλείφει τις βρωμιές.
Εγώ πάλι δε χάνω χρόνο.
Σκορπάω τα ενοχοποιητικά στοιχεία στους τέσσερις ανέμους
(λοστός, ψαλίδι, σουγιάς).
‘Οποιος ακούει το γρυλισμό και νιώθει το άγριο δόντι
γουρλώνει τα μάτια του, τουρλώνει τον κώλο του
κι αποκοιμιέται μικρό παιδί στον πάτο του χαμού.
Γαμώ το φόβο τους. Λαϊκά παιδιά
έμελλε να δουν το θάνατο στο γήπεδό τους.
Τζιμάκο, στρίβε κι ακολούθα με
μπατσάδικο γλιστρά να μ΄ακουμπήσει.
Με πιάνει ο ασύρματος
η πράσινη αράχνη του καντράν κι εγώ
σκυφτός μες στη στοά αλυχτάω.
Πόσα κορμιά μείνανε να βγουν απ’ τα όνειρά μου;
Tώρα πέφτουν κλωτσιές πάνω μου.
Διώχτες και ατιμώρητοι, τιμωρημένοι όλοι.
Μόνο στον ύπνο μου σας μακελεύω.
Σακάτης άνθρωπος
τί με τραβολογάτε;
Τζιμάκο είχα ένα κόπρο.
Ποιό σουγιά, κάτι κουμπιά έχει η τσέπη μου.
Κι οι σακούλες
κάτι παλιοαθλητικές και τα βρακιά μου.