1.

Στην άκρη της καρδιάς μου δυστυχεί μια καρέκλα.
Πάνω της βασιλεύει μια γάτα.
Αμέριμνη μαζεύει γύρω της μια χοντρή ουρά.

Ονειρεύεται τη βαθιά σπηλιά
τον δράκο να ξεφυσάει το σύννεφο της στάχτης.
Αδειάζει η σκηνή
η μουσική βυθίζεται
ο προβολέας ξεστρατίζει στη γωνία.
Όταν ο ελέφαντας σκαρφαλώνει στο σκαμνί
μια χαιρέκακη αγωνία με ξενυχτάει.
Θα κρατηθεί, θα πέσει;

Σειρά έχει πάλι η γάτα και το ποντίκι
δηλαδή εγώ μεταμορφωμένος σε τρωκτικό
αλωνίζω μέχρι ν’ ακούσω πίσω μου
το ουρλιαχτό του εξολοθρευτή μου.

2.

Οι άνθρωποι μιλάνε ξεχασμένοι πεθαμένοι
Στις φυλαγμένες ταινίες
Των φίλων μου τα απρόσεχτα τα ακριβά τα συνετά λόγια
Νομίζουν δεν ακούω, δεν άκουσα
‘Ολα γραμμένα στις ταινίες μου
Με τις μέρες, τις ώρες στη Μεγάλη Αποθήκη ταξινομώ
Το ένα μαύρο κουτί δίπλα στο άλλο
Με τη σκόνη, το σκοτάδι
Τις συμμορίες των συγχορδιών
να κατεβαίνουν από τα ράφια
Σε ποιόν ν’ αφήσω τα κλειδιά;
Ποιόν να εμπιστευτώ τώρα που επιτέλους αρρώστησα;
Ποιός θα με γράψει εμένα;




3.

Γιατί να τον στεναχωρήσουμε;
E
πειδή έχει άσπρα μαλλιά και δεν αναπνέει;
Μακριά από μας τέτοιες υπερβολές.
Aπλώς έκανε τη δουλειά του.
Πλήγωσε όσους πρόλαβε
αγάπησε τα χέρια του με πάθος
κολύμπησε στα βαθιά
και τώρα ανυστερόβουλα ακινητεί.
Στην παράσταση της οικογένειας
τα χειροκροτήματα χλιαρά
οι αποδοκιμασίες καθ΄ οδόν
τα σχόλια, καταπέλτης.
‘Οσοι πρόλαβαν να τον γνωρίσουν
έβγαλαν τα συμπεράσματά τους.
Θύμωσαν μαζί του, απόρησαν με το πείσμα
τη μικρότητα, το φυλλοβόλο εγωισμό του
και περιμένουν να σηκωθεί
να διορθώσει τον κόμπο της γραβάτας του
ν΄ απαγγείλει το αγαπημένο του ποίημα.
Ο εγγονός μεγαλώνοντας θα ψάχνει τον παππού του
στον πάτο ενός κρασοπότηρου.




4.

Γερμένος είναι καλύτερα τούτη την ώρα που χαράζει
και βλέπει το δάσος να ξαναγίνεται.
‘Εχει να το δει έτσι από την ώρα που βγήκαν οι σκιές
και χόρεψαν, τον βαρέθηκαν.
Μα είναι αγαθός, δεν κρύβεται κι οι φωνές τον ψάχνουν.
Μαθαίνουνε πού βρίσκεται και τον χτυπάν στα μάτια.
Ξωτικά και τον πλανεύουν.
Και οι δικοί του, η μάνα του τα αδέρφια του τρελαίνονται.
Που τα ΄χε όλα. Και κείνα πέρα απ’ τον γκρεμό.
‘Οσο να γυρίσεις, να περπατήσεις, να χαθείς.
Αλλά γι αυτόν είναι τα δέντρα και δεν τα αφήνει από τα μάτια του.
΄Οσο έχει ακόμα μάτια. Ακούς;
Γιατί ακόμα βλέπει τις μύτες που σαλεύουν και το πρόθυμο αεράκι.
Κι έχουν ρίζες αυτά, που πάει να πει, μη βιάζεσαι να τον ξεγράψεις.
Σηκώνει το χέρι του, το φέρνει στα μαλλιά του.
Δεν ξεχνιέται ολότελα. Μην τον καταδικάζεις.


5.

Μετάνοιωσε
είπε δεν θα πηδήξει και πήδηξε αμέσως μετά.
Το εύρημα ήταν να μην πηδήξει καθόλου.
Να κρατηθεί από την αλυσίδα των κλειδιών του
το επόμενο ραντεβού με τον κουρέα του
τα γενέθλια της στενάχωρης κόρης του.
Φτηνή ζωή, όχι περισσότερη ζωή
και πίκρα για όσους τον ξεπροβόδισαν
τον έβγαλαν από τη ζωή τους.
Με ποιό δικαίωμα δική τους
αναρωτιέται πέφτοντας.
Θα πέφτω όσο θέλω
γκρινιάζει σαν να μην είναι η τελευταία φορά.



6.

Πετώντας πάνω από την πόλη
γυναίκα αμετανόητη αδιαφορεί για τη μοναξιά
.
Φέγγος μεταλλικό
η ανάμνηση της παραφοράς της
κι απ’ τα γαλάζια σπλάχνα της
λουρίδες τα λόγια ξετυλίγονται:
Πετώ, κουράζεσαι,
σε φέρνω
πιο κοντά
μου.
΄Η αγάπη σου χωράει
πολλές φορές
το θάνατο

μου.

7.

Ο τοίχος έμενε στη θέση του
από πίστη σε όσους τον βοήθησαν
να σταθεί στα πόδια του κι ισχυριζόταν
τίποτα δεν είναι σαν τη στοργή.
΄Οταν ανακοινώθηκε το τέλος του
ήταν σαφής στους δημοσιογράφους.
Δεν φεύγει πικραμένος.
Η σκόνη του στη ρίζα της γλώσσας μας θα εκπέμπει
σήματα δηλωτικά της ευγνωμοσύνης του.
Δεν θα μας ξεχάσει, υπόσχεται.
Στη λάσπη, στον ασβέστη και στις πλάτες των μαθητών
στέλνει περήφανο χαιρετισμό.
Μετά παρακαλεί να μείνει μόνος του.
Κανείς δεν άντεξε να απαθανατίσει την κατεδάφιση.




8.

Φωνές από το δρόμο πέφτουν στα πόδια της
όσο εκείνη αρνείται να ποτίσει τον κήπο.
Άγνωστοι μαζεμένοι έξω από τη χαμηλή μάντρα
η περιέργειά τους, αδίστακτος συγγενής.
Ακάλυπτη η αδυναμία της μπροστά στο καθήκον.
Θα τα αφήσει όλα να ξεραθούν;
Και να στρέψει το λάστιχο προς το μέρος τους
δεν θα σκορπίσουν αρκεί να κουνηθεί
να χαμογέλασει με ή δίχως νόημα
για την ανόητη καθυστέρηση που προκάλεσε.
Αλλά πάντα τέτοια ήταν.
Το δικό της να γίνεται, ο κόσμος να χάνεται.
Εμπρός, τι κάθεσαι; Πότισε!
Ακούγονται κιόλας οι πρώτες διαμαρτυρίες.
Δυό, τρεις πέτρες τη βρίσκουν στα πόδια.




9.

Το καλό μου πόδι δουλεύει και με βροχή.
Το άλλο, κομμένο στο γόνατο,
διπλωμένο στο καφετί μπατζάκι.
Κολλημένος στο δεκανίκι
κι όμως γυρεύω φασαρίες.
Κυνηγάω ένστολους
τους στριμώχνω στις γωνίες
και τους κλαδεύω αγόγγυστα.
Ο Τζιμάκος, το τετράποδο
ακολουθεί, γλείφει τις βρωμιές.
Εγώ πάλι δε χάνω χρόνο.
Σκορπάω τα ενοχοποιητικά στοιχεία στους τέσσερις ανέμους
(λοστός, ψαλίδι, σουγιάς).
‘Οποιος ακούει το γρυλισμό και νιώθει το άγριο δόντι
γουρλώνει τα μάτια του, τουρλώνει τον κώλο του
κι αποκοιμιέται μικρό παιδί στον πάτο του χαμού.
Γαμώ το φόβο τους. Λαϊκά παιδιά
έμελλε να δουν το θάνατο στο γήπεδό τους.
Τζιμάκο, στρίβε κι ακολούθα με
μπατσάδικο γλιστρά να μ΄ακουμπήσει.
Με πιάνει ο ασύρματος
η πράσινη αράχνη του καντράν κι εγώ
σκυφτός μες στη στοά αλυχτάω.
Πόσα κορμιά μείνανε να βγουν απ’ τα όνειρά μου;
Tώρα πέφτουν κλωτσιές πάνω μου.
Διώχτες και ατιμώρητοι, τιμωρημένοι όλοι.
Μόνο στον ύπνο μου σας μακελεύω.
Σακάτης άνθρωπος
τί με τραβολογάτε;
Τζιμάκο είχα ένα κόπρο.
Ποιό σουγιά, κάτι κουμπιά έχει η τσέπη μου.
Κι οι σακούλες
κάτι παλιοαθλητικές και τα βρακιά μου.


10.

Με βρήκε, με πήρε
δε με κράτησε όσο μια μπόρα.
Μ΄ έφερε στο σπίτι.
Δικό του, δικό μας, όλα στην τηλεόραση.
Κι ο γάμος όσο κράτησε κι ήμασταν ζωντανοί.
Θυμάμαι παίζαμε συχνά το ίδιο κομμάτι στο έργο
με τίτλο στη κουζίνα.
Άβαφος, χλωμός
ήθελε να ξεσπάσει, εγώ μια στεναχώρια.
΄Απλωνε τα χέρια του και γω του έκανα νόημα.
Από δω μπαίνει ο θυμός κι απλώνεται στο μάγουλο.
Δεν κατάφερα να με χτυπήσει.
΄Ετσι και γω δε μαγείρευα.
Μ’ άφησε, ούτε γύρισε να με κοιτάξει.
Βγήκε για λίγο και γκρεμίστηκε απ΄τη ζωή, ίδιο νευρόσπαστο.
΄Αλλο δε με κρατούσε.
Πρέπει να είδε τη μεγάλη ρόδα
να τον κυνηγάει, να τρίζει την αλυσίδα της.
Να τον φτάνει κι όλα όσα κατάφερε δεν έγιναν το μυτερό καρφί.
Τώρα που όλα τελείωσαν
έχω από κείνον τη φτώχεια μου ν΄αναστηλώσω.



11.

Το γέλιο του αντήχησε στο τσίγκινο σκέπαστρο
Κομματιάστηκε πάνω στη γυναίκα του και το φίλο της.
΄Ηρθε η ώρα της τιμωρίας και το ήθελε πολύ να ακούγεται
μια μουσική υπόκρουση σαν εκείνη την ταινία με το υποβρύχιο
το τέλειο κύμα πάντα καλύπτει τη μεγάλη φρίκη.
Την πουτανιά, έβρισε λάθος ο απατημένος
και συνέχισε ανεμίζοντας το σιδερικό.
Η λάμψη σαν να ‘σβησε στη φόδρα της φούστας
κι ο άλλος ξεδιάντροπα άπλωσε το χέρι του
έκανε να φύγει, να διώξει από πάνω του την ερωμένη
τρελό μάτι πριν σφαλίσει κι ο φονιάς ξεχειλωμένος στον τοίχο.
Τώρα απομένει ο αδιάφορος μηχανισμός
ο ευσυνείδητος υπάλληλος της Σήμανσης να αναζητά τις εξοστρακισμένες.
Τα υπόλοιπα, η αγαπημένη, τσαλακωμένη μου εφημερίδα χωνεύει.



12.

Αγαπημένο μου εμπόρευμα
μόνο έτσι τολμώ να σε ξορκίσω
και σε πληρώνω στα κρυφά
κρατώντας όσα φώτα άναψαν τα λόγια σου
σαν ένα τοίχο ανάμεσα σε μας
και τους αδιάφορους.
Μην τους κοιτάς κι ας σου κλείνουν το μάτι
όση ώρα στήνουν το έργο τους
με ακριβές παραγωγές, νευρικούς διαφημιστές
παίζοντας τέλεια την εύκολη ζωή.
Πώς να στο πω αλλιώς να κρατηθείς κοντά μου;




13.

Στο λάκκο τον καλό
σκουλήκι ρωτάει το σβώλο.
Ξέρεις το κόκκινο πώς μυρίζει;
Ο σβώλος αμίλητος.
Τον στεναχωρούσε το ποδοβολήτο,
τα σχόλια των τυφλών ασπόνδυλων.
Λαχταρούσε τη τρομώδη δύναμη μιας σταγόνας
να τον ξεβγάλει όπου κυλάει της ζωής το αδιάβατο.
Μίλα μου μουτζούρη
επέμενε το νευρικό σκουλίκι σέρνοντας πάνω του
ένα κόκκινο ξέφτι σαν παράσημο στο γλιστερό του μεγαλείο.
Πού βρήκε το φως
πώς τρύπωσε το μετείκασμα στα ανύπαρκτα όργανα
και του φανέρωσε μια άχρηστη γνώση;
Είδες που ξέρω ό,τι εσύ δε θα μάθεις
ασχημάτιστε, βρωμιάρη γερό κοκκιδιάρη.
‘Ελα πιο κοντά να πιάσεις το κόκκινο.
Λάμπει στα σκοτάδια μας.
‘Οσο γινόμαστε σοφότεροι, για λιγότερο είναι.




14.

Μια λέξη λοξή ανεβαίνει, κατεβαίνει
μόλις πέρασε πάνω από το γιακά του διπλανού μου
ανέγγιχτον τον άφησε, δεν έκανε
ό,τι σ’ εμένα που ανυπεράσπιστος
βρέθηκα να ψάχνω λέξεις
να στολίσω το γράμμα μου σε σένα
τον ακριβό μου έρωτα.
Και ξέχασα τα μεγάλα σου μάτια
τις χρυσαφιές ρώγες
της πλάτης σου το χείμαρρο.
Παραδομένος στα νύχια της νυχτόβιας λέξης
χαζεύω το ολόφωτο μουσείο
πάνω από τις ακτές μιας παιδικής ψυχής
και σε τούτη τη ραχούλα της γραφής
βλέπω την πραγματικότητα
να ξεμακραίνει χωρίς ελπίδα.
Η μοιραία λέξη μ’ έμπλεξε στη δική της πραμάτεια.




15.

Στο παλιρροιακό κύμα
αύτανδροι χαθήκαμε οι γηγενείς
με λάθος τρόπο διαφυγής.
Στο νέο του βυθού ξεκίνημα
όσα είχαμε απορρίψει
θεωρίες κι υποψίες
τις υιοθετήσαμε άφοβα.
Και δοξαστήκαμε
λέπια ντυμένοι,
ίδιοι κι αλλιώτικοι
σαν πληρωμένα χρονογραφήματα
παραδομένοι στις γητειές της γοργόνας
μακράν –τι κρίμα— από εχθρούς
προφυλαγμένοι μέχρι νεωτέρας
για δες,
τον πλούτο κατέχουμε μιας αποκλειστικότητας δολερής.
Συνεπείς όσο να πεις αλάτι.




16.

Κεντημένο το γράμμα της ατέλειας στο δέρμα σου
και σύμβολα, ναυλοσύμφωνα,
το περιγέλασμα της ζωής σαν πλεονέκτημα σ’ αγώνα δρόμου.
Όμως γίνεται μουσική
κι ο ουρανός λάμνει
με λυμένα τα υπέροχα
ξεθωριασμένα μαλλιά του.

Περίτεχνα ημιτελείς μελωδίες
σ’ ανυψώνουν μέχρι
τα αποχτενίδια του αέρα.

Όλα πριν τη σιωπή
σαν αρρώστια
να πυκνώνει την επανάληψή της
να γεννά το είδωλό της
να σβήνει την εικόνα σου
ανεστραμμένο κέλυφος
να το γλεντάει θυμόσοφα ο αέρας
στη μνήμη σου.




17.

Επέστρεψε φανερά μετανιωμένη
και στέκεται στο λιγοστό φως
που διαπερνά τα πυκνά κλαδιά.
Στις μύτες των ποδιών της
αντικρίζει τη σκηνή του θανάτου της. 
Θολό τοπίο με πεσμένα φύλλααναφορά στον αγαπημένο της
που έχασε εδώ και λίγες ώρες
από το θρίαμβο μιας παρεξήγησης.
Διακρίνει τον εαυτό της ν’ απολαμβάνει
ένα πρόχειρο γεύμα
στην απλωσιά του αποκεφαλισμένου πράσινου
καταπίνοντας όλο και πιο γρήγορα
δίχως να τινάζει τα ψίχουλα
που θρυμματίζονται πάνω της.
Θέλει να της το φωνάξει
όμως το αίσθημα της πνιγμονής 
είναι το ίδιο έντονη με την αίσθηση της πανωλεθρίας
νωρίτερα στο εξοχικό κέντρο Ρεματιά
κάτω από τις διπρόσωπες λεύκες
με το αγαπημένο πρόσωπο να σηκώνεται θυμωμένο
ρίχνοντας την αρχαία καρέκλα πίσω του.



18.

Ακροβατεί.
Αρχίζοντας το νούμερο του
πίστευε θα κρατήσει λιγότερο.
Απομακρύνθηκε άθελα του.
Τώρα
ένα τράβηγμα ψηλά στο γοφό.
‘Οσο να πεις, κουράστηκε.
‘Ενα μισοτελειωμένο κουλούρι
δίπλα στο ανοιγμένο βαλιτσάκι με τα καλλυντικά του.
Πάντως δεν ξαναγυρίζει.
Ας συντριβεί σαν βέλος
πάνω στο χαρτάκι με την πατημένη τσίχλα.
Το αγοραίο δεν ήταν στη ζωή αφεντικό;
Tο ύψος υφαίνει το δικό του δίχτυ.
Το λάθος, αυτοκαταστροφική διαδικασία.
Ο έλεγχος, σημείο τριβής.

19.

Στον αέρα τα λόγια σημάδευαν τις στιγμές
κι ας φαίνονταν όλα ασάλευτα ανάμεσα μας.
Δε ξέραμε πως να περάσουμε το βράδυ
ποιόν να πάρουμε κοντά να μοιραστεί την άμοιρη φιλία μας.
‘Ωσπου έγινε και ήρθαμε στα χέρια.
Καλύτερα να μην άνοιγα το στόμα μου, θα έλεγες άλλοτε.
Με τα δόντια γυμνά
και την καλή μας τύχη σαν πληγή
να μας θυμίζει
πως δε γίνεται –κι όμως-
να μείνουμε φίλοι για πάντα.

20.

Η φωτογραφία δεν έδειξε τίποτα καινούργιο.
Επιβεβαίωσε τις υποψίες και μας έφερε πιο κοντά.
Δε την αφήναμε από τα χέρια μας
σαν της παρτίδας το καλύτερο χαρτί.
Κουμπωμένοι στα ρούχα μας
μια δοκιμασμένη παρέα.
‘Οποιος λύνει πρώτος τη σιωπή
χάνει το στοίχημα.
΄Οποιος βάλει πρώτος τα κλάματα
γίνεται ο καλύτερός μας φίλος.

‘Οσο παραστέκει το σώμα
γέρνουμε μ΄ ευλάβεια στο θαύμα της απεικόνισής του.
Ευάλωτοι την ώρα που το ανελέητο
ικετεύει να μην το απαγγείλει κανείς.
Η φωτoγραφία έμεινε στα χέρια μου αφίλητη.
‘Οταν σήκωσα τα μάτια μου και σας είδα
είμασταν όλοι χαμένοι.


21.

Η αρρώστια βολεύτηκε καλύτερα.
Το σεντόνι τραβήχτηκε ψηλά να τη σκεπάσει
σβήνοντας ο στεναγμός συσκότισε.
Οι επισκέπτες τινάχτηκαν μπροστά
προφέροντας ο καθένας
τα λόγια του έργου
που όφειλε να αποστηθίσει.
Η νοσοκόμα άναψε με επιτυχία το φακό της
έφερε τη σφυρίχτρα στο στόμα της.
Ο άρρωστος σκέφτηκε να χειροκροτήσει.
Προτίμησε να κλείσει τα μάτια
να τα ανοίξει για πάντα.
Το αδιάφορο τοπίο της λεωφόρου
φιλοξενούσε την απροσπέλαστη σκληρότητα
μιας διπλής κατεύθυνσης.
Γενναιόδωρα τα κοινόχρηστα σύμβολα.


22.

Στην αρχή κυριαρχούσε η δυσάρεστη αίσθηση του καναπέ.
‘Ομως αργά ή γρήγορα
όλοι μαθαίνουν την προπαίδεια
τις υποχρεώσεις τους στο κοινωνικό σύνολο.
Η υποταγή είναι ατυχής λέξη,
όχι για την ανελευθερία της
αλλά για την ελάχιστη διαδρομή που υπόσχεται.
Ανάμεσα στα φιλικά πρόσωπα του Σαββατόβραδου
εκείνος ύφαινε ηδονικά στο μυαλό του την καταλυτική συνομωσία
την αποτυχία της συνεύρεσης.
Την επόμενη ακριβώς στιγμή
μια εξίσωση κοινότοπων δεδομένων
τον παρέσυρε στη συμμετοχή
στην ευκολία να αποδεχτεί
τη στεναχώρια σαν ανακούφιση.
Από κοντά κι η παιδική του αφέλεια

του έγνεψε να φορέσει το σωσίβιο

να βουτήξει στα βαθιά της αθωότητάς του.
Πρόλαβε να φαντασιωθεί τους ιδανικούς συντρόφους του
σε προσκλητήριο υπόγειας στοάς
μουσκεμένους, υπομονετικούς
σαν αντιστάθμισμα στο ενδεχόμενο
να ζήσει άλλη μια νύχτα χωρίς δυνατές συγκινήσεις
από φόβο μην ταράξει την ιερή στιγμή

που φέρνουν οι ανώφελες πιέσεις στη ζωή μας.




23.

Λυπήσου με κίτρινο ταξί.
Μη γυροφέρνεις άλλο την πλατεία.
Μας πήραν είδηση
βγαίνουν από τα μαγαζιά
όσοι δε μ΄ αφήνουν να ξεγλιστρήσω
από την περιπέτεια που με φίλησε στο στόμα.
Με θυμήθηκε ύστερα από δεκαεπτά χρόνια
ένα σάρκινο λουλούδι σε σελίδες τυλιγμένο.
Και όπως βγήκα στο κατόπι του
αντίκρυσα ανθρώπους να ψάχνουν
ό,τι φοβήθηκα πως είχα ολότελα χαμένο.
Με χάρτες στα αδηφάγα χέρια τους
ακολουθούσαν μισοσβησμένες ενδείξεις
προπορευόμενες πλάτες
και τη δική μου παλαβή τροχιά.
Λέγε πού στρίβω
πίεζε ασυγκράτητος ο ταξιτζής.
Για τέτοια είμαστε τώρα;




24.

‘Εφτασε μέχρι το παράθυρο και σώθηκε.
Η θέα τού έστρωσε τα μαλλιά
τον καθυσήχασε με τον διάστικτο κυματισμό του ουρανού
φίλησε τα μάτια του με τ’ ανάγλυφα φώτα του δρόμου
και σφράγισε τα χείλη του με αλλόφρονη ευθυβολία.
΄Εχοντας κερδίσει το απλανές πεδίο του
γλίστρησε στο λαιμό του
έφτασε στους ώμους του
κι ας φάνταζαν απρόσιτοι.
Πάλευε να φτάσει λίγο πιο κάτω
βαθιά στην καρδιά
στο τυφλό του κέντρο.

Να κεντήσει επιτέλους το οπτικό νεύρο σαν σκάλα

από και προς την παραφορά.

Κρατάει τόσο λίγο το βλέμμα του στο γυμνό της κόρφο

κι είναι η σωτηρία του τόσο σύντομη

που αξίζει εκείνη να προσπαθεί το άπιαστο

κι από εκεί να σβύνει

κάτω από τα νυσταγμένα του βλέφαρα.




25.

Να μιλήσουμε αφού βάλουμε κάτω τις σημειώσεις μας
και μελετήσουμε τα εικοσιοκτώ περιστατικά
-είχαμε συμφωνήσει στον αριθμό-
που παίδεψαν και τους δύο.
Ν’ απαιτήσουμε χειρονομίες
μόνο τις γενναιόδωρες,
Να είμαστε φειδωλοί σ’ αχαριστίες φτηνά αγορασμένες.
Ποιός σου είπε πως είναι εύκολο να μείνουμε έξω από μας
μέσα από σένα και από μένα;
Επιτέλους ν΄ αρνηθούμε όσα ξέρει ό ένας για τον άλλον.
Να γίνω η φωνή
κακόηχο ηχείο όλο αιχμές
και εσύ περιφερόμενη αταξία.
Να κρατηθούμε στο ύψος της ανάγκης
αποκαρδιωμένοι
σα να είναι η μοναδική φορά
που επιτρέπεται μια τέτοια λειτουργία.
Σα να είναι η λύπη
ό,τι απόμεινε να θυμίζει πως σ΄ αγάπησα
για ν΄αντέχω να μη σ΄ έχω.




26.

Σκοτάδι στην απόδοση προσφέρεται της τελευτής ανεμπόδιστα
Κλωτσάει να σηκώσει κουρνιαχτό ή ένα ντουπ από τα σανίδια
Σαν σφυρί, μισοτελειωμένο κάρφωμα
Το αίνιγμα κατηφορίζει στη λύση ασυγκράτητο
Από πάνω πάνφωτος
Στη μέση, ήξερα πως δε γινόταν να μη φύγω κάποτε
Και τώρα, όποιος είσαι και με μαυρίζεις
Δε με γέλασες
‘Εχω όσες εικόνες έφτασαν να πολεμήσουν
Στο πλευρό δεν έχει θεριό
Ούτε φόβο το σκοτάδι
Ξαφνικά το βρίσκω
Κατάμαυρο είναι και κρυώνει
Μαζί του με παίρνει
Το άσπρο ξεμακραίνει τιμητικά
.




27.

Βρέθηκα στο κενό
κι από κει στο σκοτεινό χωράφι
ερχόμενος από το αντίθετο ρεύμα.
Τριμμένη ζάχαρη το γυαλί στο στόμα μου
κι η υπομονή παρέα με τον πανικό μου.
Τα φώτα των διερχομένων τροχοφόρων
δεν παραβίασαν την αρχή της μοιραίας γνωριμίας.
Αποφάσισα να πεθάνω αργά 
με τα τραύματα ν΄αλλοιώνονται
σαν χαλασμένες τροφές.
‘Εμοιαζα με ανέκδοτο
ξεφτισμένο από την πολυχρησία
και γι αυτό υπόγεια δραστικό κι αμετάκλητο.



28.

΄Ερχομαι από το διπλανό διαμέρισμα μ΄ ασήμαντη πρόφαση
και σημαντική αποστολή να διηγηθώ
την ιστορία της πεντάμορφης που τη κουρέψανε
για ν΄ απαρνηθεί την αγάπη και έγινε άλλη
και παντρεύτηκε
κι έζησε με σιωπηλό άντρα
σε σπίτι με ζοφερό κήπο δίχως χυμούς
κι εκεί γέννησε
κι είπε θα πεθάνει άμα δε γυρίσουν τα χρόνια πίσω
να θυμηθεί πως είναι ν΄ ακούς το βελόνι και το φτερό
ζωντανεύοντας στο σκαμνί ενός παιδικού μυαλού.
Για σένα που ακούω πίσω από τον τοίχο να κλωτσάς τα έπιπλα
προλαβαίνεις να πιάσεις του τέλους την άκρη
κι εγώ το ψαλίδι που κρύβεις στο συρτάρι, μακρυμαλλούσα.




29.

Το βιβλίο στα χέρια σας περιγράφει
ό,τι δεν πρόλαβε να ειπωθεί στη συνάντηση μιας Τρίτης
λίγα λεπτά πριν τις οχτώ το βράδυ
όταν ο ήρωας χωρίς να ξέρει
πως έπαιζε στο έργο του ανθρώπου
που τον ερωτεύτηκε
γύρισε την πλάτη του στην τέχνη
και χάθηκε με χάρη ερωτικού αντικειμένου
έχοντας αποκτήσει
μοιραίο εκτόπισμα σ ‘ ένα σύμπαν
που
εξακολουθεί να μην τον αφορά
σ΄ όσες σελίδες κι αν εκτείνεται.
Η
ελευθερία αντιμάχεται τη δημιουργία
ακόμη κι όταν εκείνη πείθει για την αναγκαιότητα
και το μεγαλείο των οριζόντων της.




30.

Ο σταθμός που περνώ τη ζωή μου
μεγαλώνει από την ανάποδη.
Ενώ φτιάχτηκε να εξυπηρετεί χιλιάδες ανθρώπους
στα μεσοδιαστήματα των
μετακινήσεων τους
έφτασε ύστερα από εξαντλητική άσκηση
να γίνει το εργαστήριο μου.
Δίχως να
μετακινούμαι
ή να επιβιβάζομαι
εξοικονομώ το χρόνο των επιβατών
πριν φτάσουν σε σημαντικούς
ή αδιάφορους προορισμούς.

Ο ενδιάμεσος χρόνος που κλέβω από αυτούς
δουλεύει προσθετικά
διευρύνοντας τις δυνατότητες ενός ιδιότυπου θανατοποινίτη
να ορίσει μόνος του την ημερομηνία της εκτέλεσής του.








31.

Τα φώτα αναβοσβήνουν στη ζωή κατά μήκος.
Ερήμην οι δρόμοι οδηγούν σε λιμάνια κι άλλα σημεία εξόδου.
Στα τελωνεία, στρατιές αφήνουν τις αποσκευές τους
δηλώνουν την τελευταία τους επιθυμία πριν επιβιβαστούν.
Οι κερδισμένοι παρελαύνουν αμίλητοι με το φορτίο της ελπίδας σβηστό.


Τα φώτα, τελευταίο προσκλητήριο
κρατάνε όσο ένας αποχαιρετισμός
η λύση ενός βασανιστικού προβλήματος
η αποτύπωση της αρρώστιας στην πιο σκοτεινή πλαγιά του μυαλού.


Οι υπόλοιποι αναζητούν επίμονα ένα φωτογράφο
να παραστήσει τον εαυτό τους
προσωρινά ζωντανό και καλοδιάθετο.
Σοβαροί άνθρωποι χωρίς χρέη
ερωτευμένοι εκλιπαρούν να διηγηθούν
από την αρχή μέχρι την άκρη του τέλους
τη δική τους εκδοχή
οι περισσότεροι
προς δόξαν των στατιστικών
φλυαρούν καταθέτοντας λατρευτικά
την καταδικασμένη τους βουή.






32.

Στο δρόμο με τα κλειστά μαγαζιάστην κουζίνα με τα ανυπόμονα σκεύηστις σκιές της ντουλάπας σουστο όχημα που υπηρετείςσ’ ακολουθούνάνθρωποι αποφασισμένοινα σε αγνοήσουν.Κι όσοι γνωρίζουνπόσο δε θέλεις να τους μοιάσειςολοένα ανατρέχουνσε τυχαία επεισόδια με πρωταγωνιστή εσέναόταν απαντάς στο τηλέφωνοή όταν διαλέγεις το φτηνότερο προιόν από το ράφι.Οι λιγοστές λεπτομέρειες απόκλισηςανάμεσα στη δική σου και τη δική τους ζωή,είναι ο μοναδικός μηχανισμός αυτοάμυναςπου ακυρώνεταιόσο εξακολουθείς να μένεις βασανιστικά μακρυά τους.Ευτυχώς νοιάζονται ακόμα για σένα.








33.

Γονάτισε μπροστά στο θάμνο
απλώνοντας τα λιγοστά του σύνεργα.
Το εύφλεκτο υγρό αναδεύτηκε στο δοχείο.
Κατάπιε το σάλιο του
ψηλάφησε τον κόμπο της στεναχώριας του.
΄Ενας χάρτης απλωμένος στο ξερό χώμα.
'Ενα οικόπεδο καταπατημένο από μια αύρα ερημιάς.
Το φως μεσουρανούσε
τον βύθιζε στο αργόσυρτο εργόχειρo των κινήσεων του.
Μυρωδιά ξερόχορτου πλανεύει την τελευταία του σκέψη
νομοταγής με προσκέφαλο τ΄ αγκάθια
προλαβαίνοντας να εκστομίσει
το νόημα πριν την πρόταση
τον αποχαιρετισμό ως διάβημα
το θαύμα ως ανάκληση
ανάβοντας.





34.


«Τη μακρινή βόλτα, για να δούμε τον ολόφωτο πύργο
με την κεραία αναμετάδοσης και μετά κατηφορίζουμε στην παραλία»
συλλαμβάνω τον ελπιδοφόρο εραστή ν’ αποτείνεται
στο ξανθό κεφάλι πρόθυμα γερμένο στο στήθος του.
Το σφρίγος λιμνάζει στο δέρμα
πέρα από τα εφήμερα εμπόδια της ηλικίας
της κοινωνικής ορμής.
Ατρόμητα χάδια
πεινασμένα φιλιά
γόνατα που γαβγίζουν.
Δεν προλαβαίνω να καταγράφω τις παραβάσεις
να εντοπίζω τους δράστες ζευγαρωμένους
να οδηγώ κοπαδιαστά τις εικόνες τους στα ιδιαίτερά μου.
Γυρνώντας κατάκοπος τις νύχτες
ανασκαλεύω την ξεδιαντροπιά
φανερώνω τις αρετές της στα σκοτεινά.