1.
Πάνω της βασιλεύει μια γάτα.
Αμέριμνη μαζεύει γύρω της μια χοντρή ουρά.
Ονειρεύεται τη βαθιά σπηλιά
τον δράκο να ξεφυσάει το σύννεφο της στάχτης.
η μουσική βυθίζεται
ο προβολέας ξεστρατίζει στη γωνία.
μια χαιρέκακη αγωνία με ξενυχτάει.
Θα κρατηθεί, θα πέσει;
δηλαδή εγώ μεταμορφωμένος σε τρωκτικό
αλωνίζω μέχρι ν’ ακούσω πίσω μου
το ουρλιαχτό του εξολοθρευτή μου.
2.
Οι άνθρωποι μιλάνε ξεχασμένοι πεθαμένοι
Στις φυλαγμένες ταινίες
Των φίλων μου τα απρόσεχτα τα ακριβά τα συνετά λόγια
Νομίζουν δεν ακούω, δεν άκουσα
‘Ολα γραμμένα στις ταινίες μου
Με τις μέρες, τις ώρες στη Μεγάλη Αποθήκη ταξινομώ
Το ένα μαύρο κουτί δίπλα στο άλλο
Με τη σκόνη, το σκοτάδι
Τις συμμορίες των συγχορδιών
να κατεβαίνουν από τα ράφια
Σε ποιόν ν’ αφήσω τα κλειδιά;
Ποιόν να εμπιστευτώ τώρα που επιτέλους αρρώστησα;
Ποιός θα με γράψει εμένα;
3.
Γιατί να τον στεναχωρήσουμε;
Eπειδή έχει άσπρα μαλλιά και δεν αναπνέει;
Μακριά από μας τέτοιες υπερβολές.
Aπλώς έκανε τη δουλειά του.
Πλήγωσε όσους πρόλαβε
αγάπησε τα χέρια του με πάθος
κολύμπησε στα βαθιά
και τώρα ανυστερόβουλα ακινητεί.
Στην παράσταση της οικογένειας
τα χειροκροτήματα χλιαρά
οι αποδοκιμασίες καθ΄ οδόν
τα σχόλια, καταπέλτης.
‘Οσοι πρόλαβαν να τον γνωρίσουν
έβγαλαν τα συμπεράσματά τους.
Θύμωσαν μαζί του, απόρησαν με το πείσμα
τη μικρότητα, το φυλλοβόλο εγωισμό του
και περιμένουν να σηκωθεί
να διορθώσει τον κόμπο της γραβάτας του
ν΄ απαγγείλει το αγαπημένο του ποίημα.
Ο εγγονός μεγαλώνοντας θα ψάχνει τον παππού του
στον πάτο ενός κρασοπότηρου.
4.
Γερμένος είναι καλύτερα τούτη την ώρα που χαράζει
και βλέπει το δάσος να ξαναγίνεται.
‘Εχει να το δει έτσι από την ώρα που βγήκαν οι σκιές
και χόρεψαν, τον βαρέθηκαν.
Μα είναι αγαθός, δεν κρύβεται κι οι φωνές τον ψάχνουν.
Μαθαίνουνε πού βρίσκεται και τον χτυπάν στα μάτια.
Ξωτικά και τον πλανεύουν.
Και οι δικοί του, η μάνα του τα αδέρφια του τρελαίνονται.
Που τα ΄χε όλα. Και κείνα πέρα απ’ τον γκρεμό.
‘Οσο να γυρίσεις, να περπατήσεις, να χαθείς.
Αλλά γι αυτόν είναι τα δέντρα και δεν τα αφήνει από τα μάτια του.
΄Οσο έχει ακόμα μάτια. Ακούς;
Γιατί ακόμα βλέπει τις μύτες που σαλεύουν και το πρόθυμο αεράκι.
Κι έχουν ρίζες αυτά, που πάει να πει, μη βιάζεσαι να τον ξεγράψεις.
Σηκώνει το χέρι του, το φέρνει στα μαλλιά του.
Δεν ξεχνιέται ολότελα. Μην τον καταδικάζεις.
5.
Μετάνοιωσε
είπε δεν θα πηδήξει και πήδηξε αμέσως μετά.
Το εύρημα ήταν να μην πηδήξει καθόλου.
Να κρατηθεί από την αλυσίδα των κλειδιών του
το επόμενο ραντεβού με τον κουρέα του
τα γενέθλια της στενάχωρης κόρης του.
Φτηνή ζωή, όχι περισσότερη ζωή
και πίκρα για όσους τον ξεπροβόδισαν
τον έβγαλαν από τη ζωή τους.
Με ποιό δικαίωμα δική τους
αναρωτιέται πέφτοντας.
Θα πέφτω όσο θέλω
γκρινιάζει σαν να μην είναι η τελευταία φορά.
6.
Πετώντας πάνω από την πόλη
γυναίκα αμετανόητη αδιαφορεί για τη μοναξιά.
Φέγγος μεταλλικό
η ανάμνηση της παραφοράς της
κι απ’ τα γαλάζια σπλάχνα της
λουρίδες τα λόγια ξετυλίγονται:
σε φέρνω
πιο κοντά
μου.
΄Η αγάπη σου χωράει
πολλές φορές
το θάνατο
μου.
7.
Ο τοίχος έμενε στη θέση του
από πίστη σε όσους τον βοήθησαν
να σταθεί στα πόδια του κι ισχυριζόταν
τίποτα δεν είναι σαν τη στοργή.
΄Οταν ανακοινώθηκε το τέλος του
ήταν σαφής στους δημοσιογράφους.
Δεν φεύγει πικραμένος.
Η σκόνη του στη ρίζα της γλώσσας μας θα εκπέμπει
σήματα δηλωτικά της ευγνωμοσύνης του.
Δεν θα μας ξεχάσει, υπόσχεται.
Στη λάσπη, στον ασβέστη και στις πλάτες των μαθητών
στέλνει περήφανο χαιρετισμό.
Μετά παρακαλεί να μείνει μόνος του.
Κανείς δεν άντεξε να απαθανατίσει την κατεδάφιση.
8.
Φωνές από το δρόμο πέφτουν στα πόδια της
όσο εκείνη αρνείται να ποτίσει τον κήπο.
Άγνωστοι μαζεμένοι έξω από τη χαμηλή μάντρα
η περιέργειά τους, αδίστακτος συγγενής.
Ακάλυπτη η αδυναμία της μπροστά στο καθήκον.
Θα τα αφήσει όλα να ξεραθούν;
Και να στρέψει το λάστιχο προς το μέρος τους
δεν θα σκορπίσουν αρκεί να κουνηθεί
να χαμογέλασει με ή δίχως νόημα
για την ανόητη καθυστέρηση που προκάλεσε.
Αλλά πάντα τέτοια ήταν.
Το δικό της να γίνεται, ο κόσμος να χάνεται.
Εμπρός, τι κάθεσαι; Πότισε!
Ακούγονται κιόλας οι πρώτες διαμαρτυρίες.
Δυό, τρεις πέτρες τη βρίσκουν στα πόδια.
9.
Το άλλο, κομμένο στο γόνατο,
διπλωμένο στο καφετί μπατζάκι.
Κολλημένος στο δεκανίκι
κι όμως γυρεύω φασαρίες.
Κυνηγάω ένστολους
τους στριμώχνω στις γωνίες
και τους κλαδεύω αγόγγυστα.
Ο Τζιμάκος, το τετράποδο
ακολουθεί, γλείφει τις βρωμιές.
Εγώ πάλι δε χάνω χρόνο.
Σκορπάω τα ενοχοποιητικά στοιχεία στους τέσσερις ανέμους
(λοστός, ψαλίδι, σουγιάς).
‘Οποιος ακούει το γρυλισμό και νιώθει το άγριο δόντι
γουρλώνει τα μάτια του, τουρλώνει τον κώλο του
κι αποκοιμιέται μικρό παιδί στον πάτο του χαμού.
Γαμώ το φόβο τους. Λαϊκά παιδιά
έμελλε να δουν το θάνατο στο γήπεδό τους.
Τζιμάκο, στρίβε κι ακολούθα με
μπατσάδικο γλιστρά να μ΄ακουμπήσει.
Με πιάνει ο ασύρματος
η πράσινη αράχνη του καντράν κι εγώ
σκυφτός μες στη στοά αλυχτάω.
Πόσα κορμιά μείνανε να βγουν απ’ τα όνειρά μου;
Tώρα πέφτουν κλωτσιές πάνω μου.
Διώχτες και ατιμώρητοι, τιμωρημένοι όλοι.
Μόνο στον ύπνο μου σας μακελεύω.
Σακάτης άνθρωπος
τί με τραβολογάτε;
Τζιμάκο είχα ένα κόπρο.
Ποιό σουγιά, κάτι κουμπιά έχει η τσέπη μου.
Κι οι σακούλες
κάτι παλιοαθλητικές και τα βρακιά μου.
10.
Με βρήκε, με πήρε
δε με κράτησε όσο μια μπόρα.
Μ΄ έφερε στο σπίτι.
Δικό του, δικό μας, όλα στην τηλεόραση.
Κι ο γάμος όσο κράτησε κι ήμασταν ζωντανοί.
Θυμάμαι παίζαμε συχνά το ίδιο κομμάτι στο έργο
με τίτλο στη κουζίνα.
Άβαφος, χλωμός
ήθελε να ξεσπάσει, εγώ μια στεναχώρια.
΄Απλωνε τα χέρια του και γω του έκανα νόημα.
Από δω μπαίνει ο θυμός κι απλώνεται στο μάγουλο.
Δεν κατάφερα να με χτυπήσει.
΄Ετσι και γω δε μαγείρευα.
Μ’ άφησε, ούτε γύρισε να με κοιτάξει.
Βγήκε για λίγο και γκρεμίστηκε απ΄τη ζωή, ίδιο νευρόσπαστο.
΄Αλλο δε με κρατούσε.
Πρέπει να είδε τη μεγάλη ρόδα
να τον κυνηγάει, να τρίζει την αλυσίδα της.
Να τον φτάνει κι όλα όσα κατάφερε δεν έγιναν το μυτερό καρφί.
Τώρα που όλα τελείωσαν
έχω από κείνον τη φτώχεια μου ν΄αναστηλώσω.
11.
Κομματιάστηκε πάνω στη γυναίκα του και το φίλο της.
΄Ηρθε η ώρα της τιμωρίας και το ήθελε πολύ να ακούγεται
μια μουσική υπόκρουση σαν εκείνη την ταινία με το υποβρύχιο
το τέλειο κύμα πάντα καλύπτει τη μεγάλη φρίκη.
Την πουτανιά, έβρισε λάθος ο απατημένος
Η λάμψη σαν να ‘σβησε στη φόδρα της φούστας
κι ο άλλος ξεδιάντροπα άπλωσε το χέρι του
έκανε να φύγει, να διώξει από πάνω του την ερωμένη
τρελό μάτι πριν σφαλίσει κι ο φονιάς ξεχειλωμένος στον τοίχο.
Τώρα απομένει ο αδιάφορος μηχανισμός
ο ευσυνείδητος υπάλληλος της Σήμανσης να αναζητά τις εξοστρακισμένες.
Τα υπόλοιπα, η αγαπημένη, τσαλακωμένη μου εφημερίδα χωνεύει.
12.
Αγαπημένο μου εμπόρευμα
μόνο έτσι τολμώ να σε ξορκίσω
και σε πληρώνω στα κρυφά
κρατώντας όσα φώτα άναψαν τα λόγια σου
σαν ένα τοίχο ανάμεσα σε μας
και τους αδιάφορους.
Μην τους κοιτάς κι ας σου κλείνουν το μάτι
όση ώρα στήνουν το έργο τους
με ακριβές παραγωγές, νευρικούς διαφημιστές
παίζοντας τέλεια την εύκολη ζωή.
Πώς να στο πω αλλιώς να κρατηθείς κοντά μου;
13.
Στο λάκκο τον καλό
σκουλήκι ρωτάει το σβώλο.
Ξέρεις το κόκκινο πώς μυρίζει;
Ο σβώλος αμίλητος.
Τον στεναχωρούσε το ποδοβολήτο,
τα σχόλια των τυφλών ασπόνδυλων.
Λαχταρούσε τη τρομώδη δύναμη μιας σταγόνας
να τον ξεβγάλει όπου κυλάει της ζωής το αδιάβατο.
Μίλα μου μουτζούρη
επέμενε το νευρικό σκουλίκι σέρνοντας πάνω του
ένα κόκκινο ξέφτι σαν παράσημο στο γλιστερό του μεγαλείο.
Πού βρήκε το φως
πώς τρύπωσε το μετείκασμα στα ανύπαρκτα όργανα
και του φανέρωσε μια άχρηστη γνώση;
Είδες που ξέρω ό,τι εσύ δε θα μάθεις
ασχημάτιστε, βρωμιάρη γερό κοκκιδιάρη.
‘Ελα πιο κοντά να πιάσεις το κόκκινο.
Λάμπει στα σκοτάδια μας.
‘Οσο γινόμαστε σοφότεροι, για λιγότερο είναι.
14.
Μια λέξη λοξή ανεβαίνει, κατεβαίνει
μόλις πέρασε πάνω από το γιακά του διπλανού μου
ανέγγιχτον τον άφησε, δεν έκανε
ό,τι σ’ εμένα που ανυπεράσπιστος
βρέθηκα να ψάχνω λέξεις
να στολίσω το γράμμα μου σε σένα
τον ακριβό μου έρωτα.
Και ξέχασα τα μεγάλα σου μάτια
τις χρυσαφιές ρώγες
της πλάτης σου το χείμαρρο.
Παραδομένος στα νύχια της νυχτόβιας λέξης
χαζεύω το ολόφωτο μουσείο
πάνω από τις ακτές μιας παιδικής ψυχής
και σε τούτη τη ραχούλα της γραφής
βλέπω την πραγματικότητα
να ξεμακραίνει χωρίς ελπίδα.
Η μοιραία λέξη μ’ έμπλεξε στη δική της πραμάτεια.
15.
Στο παλιρροιακό κύμα
αύτανδροι χαθήκαμε οι γηγενείς
με λάθος τρόπο διαφυγής.
Στο νέο του βυθού ξεκίνημα
όσα είχαμε απορρίψει
θεωρίες κι υποψίες
τις υιοθετήσαμε άφοβα.
Και δοξαστήκαμε
λέπια ντυμένοι,
ίδιοι κι αλλιώτικοι
σαν πληρωμένα χρονογραφήματα
παραδομένοι στις γητειές της γοργόνας
μακράν –τι κρίμα— από εχθρούς
προφυλαγμένοι μέχρι νεωτέρας
για δες,
τον πλούτο κατέχουμε μιας αποκλειστικότητας δολερής.
Συνεπείς όσο να πεις αλάτι.
16.
Κεντημένο το γράμμα της ατέλειας στο δέρμα σου
και σύμβολα, ναυλοσύμφωνα,
το περιγέλασμα της ζωής σαν πλεονέκτημα σ’ αγώνα δρόμου.
Όμως γίνεται μουσική
κι ο ουρανός λάμνει
με λυμένα τα υπέροχα
ξεθωριασμένα μαλλιά του.
Περίτεχνα ημιτελείς μελωδίες
σ’ ανυψώνουν μέχρι
τα αποχτενίδια του αέρα.
Όλα πριν τη σιωπή
σαν αρρώστια
να πυκνώνει την επανάληψή της
να γεννά το είδωλό της
να σβήνει την εικόνα σου
ανεστραμμένο κέλυφος
να το γλεντάει θυμόσοφα ο αέρας
στη μνήμη σου.
17.
και στέκεται στο λιγοστό φως
που διαπερνά τα πυκνά κλαδιά.
αντικρίζει τη σκηνή του θανάτου της.
που έχασε εδώ και λίγες ώρες
από το θρίαμβο μιας παρεξήγησης.
ένα πρόχειρο γεύμα
στην απλωσιά του αποκεφαλισμένου πράσινου
καταπίνοντας όλο και πιο γρήγορα
δίχως να τινάζει τα ψίχουλα
που θρυμματίζονται πάνω της.
όμως το αίσθημα της πνιγμονής
είναι το ίδιο έντονη με την αίσθηση της πανωλεθρίας
νωρίτερα στο εξοχικό κέντρο Ρεματιά
κάτω από τις διπρόσωπες λεύκες
με το αγαπημένο πρόσωπο να σηκώνεται θυμωμένο
ρίχνοντας την αρχαία καρέκλα πίσω του.
18.
Αρχίζοντας το νούμερο του
πίστευε θα κρατήσει λιγότερο.
Απομακρύνθηκε άθελα του.
Τώρα
ένα τράβηγμα ψηλά στο γοφό.
‘Οσο να πεις, κουράστηκε.
‘Ενα μισοτελειωμένο κουλούρι
δίπλα στο ανοιγμένο βαλιτσάκι με τα καλλυντικά του.
Πάντως δεν ξαναγυρίζει.
Ας συντριβεί σαν βέλος
πάνω στο χαρτάκι με την πατημένη τσίχλα.
Το αγοραίο δεν ήταν στη ζωή αφεντικό;
Tο ύψος υφαίνει το δικό του δίχτυ.
Το λάθος, αυτοκαταστροφική διαδικασία.
Ο έλεγχος, σημείο τριβής.
19.
κι ας φαίνονταν όλα ασάλευτα ανάμεσα μας.
Δε ξέραμε πως να περάσουμε το βράδυ
ποιόν να πάρουμε κοντά να μοιραστεί την άμοιρη φιλία μας.
‘Ωσπου έγινε και ήρθαμε στα χέρια.
Καλύτερα να μην άνοιγα το στόμα μου, θα έλεγες άλλοτε.
Με τα δόντια γυμνά
και την καλή μας τύχη σαν πληγή
να μας θυμίζει
πως δε γίνεται –κι όμως-
να μείνουμε φίλοι για πάντα.
